Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

6 months later

Η τελευταία φράση που έγραψα εδώ ήταν πολλά υποσχόμενη.
Είναι 28 Ιανουαρίου του 2016. Δεν το λες και soon.
Δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι ενώ σκόπευα να γράφω πιο τακτικά σε αυτό το μπλογκ, εμφανίζομαι τελικά μετά από έξι μήνες. Δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι δεν κατάφερα να γράψω ούτε μία αράδα στο διάστημα αυτών των έξι μηνών.
Μόλις τώρα συνειδητοποίησα ότι μιλάω για ακριβώς μισό χρόνο. Θεέ μου, πόσο τρομακτικό. Μισός χρόνος. Πρέπει να το πληκτρολογήσω δεύτερη φορά για να το πιστέψω.
Και τώρα βρίσκομαι σε αυτό το awkward stage (που λέγαμε και στο χωριό), που δεν ξέρω τι να γράψω. Να πω για το τώρα, για το παρόν, για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή. Ή να το πιάσω από εκεί που το άφησα. Από την 28η Ιουλίου.

Το δεύτερο. Βαρέθηκα να αποφεύγω να γράφω για όσα συμβαίνουν, επειδή δεν είναι τόσο όμορφα ή τόσο απλά στην εξήγηση τους. Το δεύτερο. Ανάσα.



Ο Αύγουστος με βρίσκει στο χωριό, κλεισμένη μέσα στο σπίτι και πέρα από την φροντίδα της γιαγιάς μου και του σπασμένου της ποδιού, εντελώς άπραγη και αδρανή. Επιτέλους οι φυσικοθεραπείες της επιφέρουν αποτελέσματα και αρχίζει να περπατάει. Επιτέλους γιατί είχε περάσει ένας μήνας και τα χρονικά περιθώρια στένευαν και η μητέρα μου είχε γίνει χίλια κομμάτια, μια μπίλια που χοροπηδούσε σπασμωδικά από την δουλειά στο σπίτι, από το να φροντίζει εμάς στο να αλλάζει πάνες.
Κάπου εκεί αρχίζουν να με πλακώνουν όλα. Οι τοίχοι του σπιτιού μου, η επικείμενη εξεταστική και η πικρία για το μάθημα που δεν κατάφερα να περάσω, η έλλειψη δημιουργικότητας και έμπνευσης, η απόσταση 180 χμ που με χωρίζουν από εκείνον. Δεν πειράζει μου 'λεγε, δεν πειράζει του 'λεγα, τα έχουμε ξαναπεράσει αυτά, θυμάσαι; Δεν πειράζει και να, κοίτα, αύριο θα ξυπνήσουμε και θα είναι πια Σεπτέμβριος και συ θα γυρίσεις πίσω. " Ε Άννα, αύριο είναι Σεπτέμβριος." Δεν θυμάμαι πόσες ώρες δούλευε, γύρω στις 14, μπορεί και παραπάνω. Και γίνονταν όλο και περισσότερες, και οι ώρες και οι αποστάσεις και οι τσακωμοί. Μα πάντα, αύριο ήταν Σεπτέμβριος. Μέχρι που σταμάτησε να είναι.
Όχι, αύριο δεν είναι Σεπτέμβριος. Αύριο είναι μια νέα κάτω του μετρίου μέρα. Αύριο είναι η ίδια μέρα σε επανάληψη. Αύριο είναι ένας νέος καυγάς. Αύριο είναι νέες προσβολές και νέες βρισιές και δεκάδες αναπάντητες και άλλα τόσα δάκρυα. Πνίγομαι και τον πνίγω και με πνίγει και πνιγόμαστε. Και γίνομαι ψεύτρα που το πρωί του λέω ότι θα διαβάσω σήμερα και τελικά φτάνει βράδυ και δεν το έχω κάνει. Και γίνομαι ανώριμη, γιατί δίνω "υποσχέσεις" και δεν τις τηρώ. Και γίνομαι απαίσια μελλοντική αιώνια φοιτήτρια, που δεν θα καταφέρει ποτέ να περάσει το μάθημα. Και κάπου στα τέλη του Αυγούστου, γίνομαι η κόρη που ντροπιάζει τον πατέρα της. Και κάπου στα τέλη το Αυγούστου σπάω, σπάμε.
Γιατί απλά κάποια στιγμή έρχεται η στιγμή που σπας. Από την πίεση, από τα χτυπήματα, από το άγχος, από αυτό το "τους ντροπιάζεις".
"Τον ντροπιάζεις."
Και κυρίως, σπας από εκείνο το βαρύ σφυρί που λέγεται συνειδητοποίηση. Ότι το άτομο που εμπιστεύεσαι και σ'αγαπάει πιο πολύ στον κόσμο ,μετά την οικογένεια σου, είναι αυτό που σε κάνει κουρέλι. Κάθε μέρα, ξανά και ξανά και ξανά. Ανάσα.



Σεπτέμβριος. Έχω ένα περίεργο συναίσθημα, κάτι σαν βάρος μέσα στο στήθος και λίγο κενό και λίγο "και τώρα;". Και παρά τα πισωγυρίσματα, πάντα ήταν εκεί. Θα πω την αλήθεια, όσο και να μην με συμφέρει. Πάντα ήταν εκεί. Πάντα πάντα. Ή τουλάχιστον, για πάρα πολύ καιρό.
Κάπου μέσα σε όλα αυτά περνάνε και τα πιο γλυκόπικρα γενέθλια που έχω ζήσει ποτέ μου. Ήμουν περιτριγυρισμένη από άτομα που θεωρώ τον εαυτό μου εξαιρετικά τυχερό που τα έχει. Μα ένιωθα κάθε τόσο την καρδιά μου να βουλιάζει και τα χέρια μου να τρέμουν και ενώ όλα πήγαιναν ρολόι τυπικά, ο Γ. γυρίζει και μου λέει μεταξύ αστείου και σοβαρού "ρε, σ'αγαπάει".
Ναι. Ναι, μ'αγαπάει. Λες να μην το ξέρω, απέναντί μου κάθεται. Να, αυτή τη στιγμή προσπαθεί να κοιτάζει προς την άλλη πλευρά, λες και εγώ είμαι καμιά χαζή και δεν ξέρω ότι η άκρη του ματιού του είναι καρφωμένη εδώ.
Μ'αγαπάει. Μ'αγαπούσε. Κι εγώ τον αγαπούσα. Και;
Ένα λουλούδι δε θέλει μόνο νερό για να ζήσει. Θέλει και την κατάλληλη θερμοκρασία και άφθονο ήλιο και αέρα και μια γερή γλάστρα και καλής ποιότητας χώμα. Κάπως έτσι είναι και οι ανθρώπινες σχέσεις.
Δεν μπορείς να ρίχνεις μόνο λίγες σταγόνες μέσα στην γλάστρα και να περιμένεις ότι το λουλούδι θα ανθίσει. Και δεν μπορείς να ξεγελάς και να καθησυχάζεις τον εαυτό σου ότι με λίγο νερό όλα θα φτιάξουν. Δεν φτάνει η αγάπη. Όχι πάντα, όχι τώρα. Ανάσα.


Οκτώβριος και όλα ηρεμούν κάπως. Περνάω κάποιες μέρες πίσω, στο σπίτι και γενικά ψάχνω να βρω αφορμές να φύγω, νομίζοντας ότι αυτό θα με βοηθήσει να ξεχάσω. Και δεν είμαι η μόνη που φεύγει.
Νοέμβριος. Μέσα σε αυτόν τον μήνα κατάφερα για κάπου τέσσερις ώρες να τον δω πάλι. Αυτόν εννοώ. Αυτόν που είναι στα αλήθεια. Αυτόν που ήταν στα αλήθεια. Όχι αυτόν που με τόσο κόπο προσπαθεί να δείξει ότι είναι. Αυτόν που εγώ γνώρισα, αυτόν που εγώ αγάπησα. Αυτόν.
Δυόμιση ώρες σου πήρε να με επαναφέρεις.
Δεν ξέρω γιατί δέχτηκα να τον δω ενώ ήξερα ότι σε μια βδομάδα θα φύγει. Υποθέτω πως είμαι από εκείνους τους ανθρώπους που φοβούνται οτι οι γύρω τους δεν ξέρουν, δεν καταλαβαίνουν, πόσο σημαντικοί είναι. Πόσο πολύ αγαπήθηκαν. Υποθέτω πως εκείνος δεν είναι έτσι.
Κι εγώ κάθομαι σε ένα παγκάκι και φιλώ τα χείλη ενός αγνώστου πριν εκείνος φύγει. Όχι στο δικό μας παγκάκι, ένα άλλο σχεδόν απέναντι. Το δικό μας το ξήλωσαν.
Και μετά πάλι τα ίδια. Κλάματα, αναπάντητες, τσακωμοί, βρισιές, εκβιασμοί. Ανάσα.




Δεκέμβριος. Κάποιος είχε βάλει το ίδιο σιντί να παίζει ξανά και ξανά για τόσους μήνες. Και ξαφνικά, ξυπνάω και κλοτσάω με ότι δύναμη έχω το κασετόφωνο και παίρνω στα χέρια μου το σιντί και το κάνω χίλια κομματάκια. Και τώρα που η μουσική σταμάτησε να με πνίγει και να μου βουλώνει τα αυτιά, τώρα συνειδητοποιώ τον θόρυβο που επικρατεί στην υπόλοιπη ζωή μου. Είχα ξεχάσει εντελώς ότι η γη συνεχίζει να στροφάρει, ότι δεν είμαι μόνη και ότι είμαι εδώ με έναν σκοπό. Τα κενά αρκετά, μιας και είχα χάσει αρκετά μαθήματα. Μιας και για τόσο καιρό δεν ήθελα ούτε να σηκωθώ από το κρεβάτι. Τρέχω να μαζέψω ότι μαζεύεται, τρέχω να προλάβω, να σώσω ότι μπορώ.
Όχι. Χάνω την δήλωση μαθημάτων . Εκείνη τη νύχτα ένιωσα την γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου, ένιωσα κάτι να μου γδέρνει το πετσί.  Πανικός. Δεν ήξερα ούτε τι έλεγα ούτε τι έκανα. Εντάξει, ποτέ δεν είχα καλές σχέσεις με το άγχος μου, αλλά αυτό ηταν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο μεγάλο. Ευτυχώς πέρασε γρήγορα. Πρέπει όμως κάποια στιγμή να το κοιτάξω.
Και ήταν κάπου στις γιορτές που τα κομματάκια μου άρχισαν να επιστρέφουν. Που άρχισα να νιώθω ολόκληρη ξανά. Τα ξεσπάσματα μου μειώνονται, η ανάσα μου ηρεμεί, τα χείλη μου τεντώνονται συχνά, τα νιώθω περίεργα, χαμόγελο είναι αυτό; Χαμόγελα.
Αν και λιγάκι βαρετές, πέρασα από τις πιο όμορφες γιορτές που μπορώ να θυμηθώ. Με περίμεναν και φέτος να γυρίσω για να στολίσουμε το δέντρο και εγώ ανέλαβα την μουσική υπόκρουση και η Μ. χασμουριόταν συνεχώς γιατί είχα διαλέξει κλασσικά χριστουγεννιάτικα κομμάτια. Και μετά γελούσαμε και χαζοτσακωνόμασταν γιατί εγώ προσπαθούσα να κρατήσω ένα κόκκινο-χρυσό-ασημένιο theme (από αυτά που είχαμε και στο χωριό παλιά, ξέρετε) και εκείνη για σπάσιμο έπαιρνε όλες τις άκυρες και μπλε μπαλίτσες και τις έβαζε μαζεμένες απο την δεξιά πλευρά, με αποτέλεσμα το δέντρο μας να θυμίζει λίγο νεοκλασικό στο Μαρούσι από Κωνσταντίνου και Ελένης. Και μετά πήρα κουβέρτες και μια παλιά κουρτίνα και ό,τι μαξιλάρια βρήκα και έφτιαξα ένα μικρό blanket fort παύλα σπηλιά παύλα αντίσκηνο στην άκρη του κρεβατιού, με φωτάκια. Πήγαμε με τον μπαμπά σουπερμαρκετ και φυσικά, επειδή ήμασταν μόνοι μας, έκανε σαν μωρό παιδί και γελούσα συνεχώς. Στεκόταν μπροστά από τις χιονόμπαλες (με τις οποίες έχει πάθος), τις κουνούσε πάνω κάτω, τις άφηνε πάνω στο ράφι και μετά κοιτούσε το χιόνι να πέφτει αργά, μέχρι που σκέπαζε μεγάλο τμήμα της φιγούρας. "Ωωωω κοίτα πράμα, χιονίζει." Ξαναείδαμε με την Μ. το Chistmas Carol για 3η συνεχόμενη χρονιά, καθώς επίσης και το New Year's Eve. Αυτά τα χαζά που λένε οτι οι ταινίες μπορούν να σου κάνουν την ζωή λίγο πιο όμορφη, να τα πιστεύετε. Έφαγα το κρύο της ζωής μου στην προσπάθεια μου να φωτογραφίσω το χιόνι. Τσακωθήκαμε αρκετά για το ποια απο τις δύο συμμαχίες ανάβει καλύτερη φωτιά στο τζάκι (εγώ και ο μπαμπάς ή η Μ. και η μαμά). Έριξα άφθονο κυνηγητό με τα σκυλιά και έφαγα σπιτικά και υπέροχα φαγητά, που τόσο μου είχαν λείψει. Τσακώθηκα με την Α. και τον Μ., τους γονείς του πατέρα μου, για το κατα πόσο έχουν το δικαίωμα οι ομοφυλόφιλοι να υιοθετούν παιδιά και γέλασα με την ψυχή μου στο ατράνταχτο και αψεγάδιαστα δομημένο επιχείρημα τους "Μα δεν είναι φυσιολογικό!" Και κάπως έτσι, το 2016 με βρήκε να χοροπηδάω σαν τον καλικάντζαρο στο σαλόνι γι αυτήν την ψιλοσκατένια χρονιά που έφυγε. Ανακούφιση. Ανάσα.


Η πρώτη μέρα της νέας χρονιάς με βρήκε, όπως και πολλά άλλα εκατομμύρια ανθρώπων, σε μία διάθεση να τα φτιάξω όλα. H Κ. λέει ότι οι υποσχέσεις που δίνουμε στον εαυτό μας κάθε Πρωτοχρονιά γύρω στις 00:03, μετά τα φιλιά και τις ευχές, είναι ανούσιες. Και συμφωνώ μαζί της. Απλώς το τέλος της προηγούμενης χρονιάς έτυχε να συμπέσει με πολλά άλλα τέλη. Και η αρχή της νέας, με μια διάθεση για νέα αρχή, για φρέσκα ξεκινήματα, η οποία φυσικά προϋπήρχε πριν οι δείκτες του ρολογιού δείξουν 12.
Δεν έκανα new year's resolutions, αλλά αν έπρεπε να κάνω, θα ήταν μόνο 3 λέξεις. Θέλω να φύγω.
Όχι όπως συνήθως. Όχι. Όχι γιατί θέλω να ξεφύγω απο κάτι, όχι γιατί δεν θέλω να βλέπω άνθρωπο, όχι γιατί πάλι κάποιο τέρας μέσα μου με κυνηγάει, όχι από φόβο, από δειλία, από έλλειψη επιθυμίας για μάχη. Όχι επειδή πρέπει. Όχι.
Επειδή θέλω. Επειδή η 1/1/16 με βρήκε καθισμένη στο κρεβάτι να τσεκάρω για φτηνά ξενοδοχεία στην Γερμανία. Επειδή θέλω να δω νέα πράγματα, να γνωρίσω νέους ανθρώπους, να γυρίσω όμορφες και άσχημες πόλεις, να φάω όμορφα και άσχημα φαγητά, να πονέσει το δάχτυλο μου απο το πάτημα του κλείστρου της φωτογραφικής. Να κάνω όλα όσα θα ήθελα να κάνω, αν μάθαινα ότι αυτός ο χρόνος είναι ο τελευταίος της ζωής μου. Να ζήσω.

Σήμερα είναι 28 Ιανουρίου του 2016 και εγώ έχω ξοδέψει σχεδόν όλη την ημέρα πάνω απο το πληκτρολόγιο, προσπαθώντας να χωρέσω μισό χρόνο σε μία ανάρτηση Σε κάποια φάση φοβήθηκα για βραχυκύκλωμα, με το ποτάμι που υπέστη το καημένο αυτό πληκτρολόγιο. Είναι δύσκολο το να γράφεις για πράγματα που δεν είναι τόσο όμορφα. Δύσκολο. Και λυτρωτικό.

Κάπου εδώ θα ήταν κανονικά το συμπέρασμα. Δεν με παίρνει όμως να αρχίσω να γράφω τι σήμαιναν και τι έμαθα απο αυτούς τους έξι μήνες, θα ξημερώσω εδώ και έχω γράψει ήδη πιο πάνω οτι σήμερα ο μήνας έχει 28 και αν ξημερώσει, θα πρέπει να αλλάξω όλα τα 28άρια σε 29άρια και δεν.

Πιστεύω οτι οι άνθρωποι δεν έχουν προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε να είναι σε θέση να πατούν ένα κουμπί και να ξεαγαπούν. Και αν φτάσεις σε σημείο να πεις ότι κάτι δεν αγαπάς πια, τότε μάλλον δεν τ'αγάπησες ποτέ αρκετά. Και αν φτάσεις σε σημείο, μετά από τόσες στιγμές, τόσες αγκαλιές και τόσα χρόνια να μην έχεις θυσιάσει τίποτα, τότε μάλλον απο την αρχή δεν είχες και πολύ πράμα μέσα σου για να τοποθετήσεις στον βωμό. Εγώ είμαι περήφανη που είχα.
Εγώ δεν θα γίνω εκείνη η τραγική περίπτωση του ανθρώπου που ξεαγαπάει. Δεν θα γίνω η δική σου τραγική περίπτωση.
Εγώ πάντα θα νιώθω πράγματα για σένα. Και πάντα θα σε νοιάζομαι. Και πάντα θα σε θυμάμαι ως ένα απο τα πιο όμορφα πράγματα που είχα την τιμή να ζήσω σε αυτή τη ζωή. Και χαίρομαι που κατάφερες να φύγεις και τώρα είσαι εκεί και κάνεις αυτό που αγαπάς και αυτό που σε όλη σου τη ζωή ήθελες να κάνεις. Κι εύχομαι να είσαι πάντα ευτυχισμένος και να αφήνεις τους ανθρώπους να δουν αυτό τον όμορφο άνθρωπο που γνώρισα και αγάπησα εγώ. Βασικά εύχομαι να υπάρχει ακόμη αυτός ο άνθρωπος κάπου εκεί μέσα. Και ίσως μια μέρα, να τον δω τυχαία στο δρόμο, να τον αγκαλιάσω και να τον ευχαριστήσω, γιατί χωρίς εκείνον δεν θα ήμουν εδώ.

Πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος, βαθιά μέσα του, έχει μια μικρή ιδέα για το τι μπορεί να τον οδηγήσει στην ευτυχία. Όχι τίποτα τραγικά πράγματα, όχι ότι είναι καμιά μαντάμ Ζαίρα και θα ρίξει τα χαρτιά, θα διαβάσει το κατακάθι του ελληνικού και θα βρει τι επακριβώς πρέπει να κάνει για να οδηγηθεί στην ευτυχία. Όχι.
Απλά πιστεύω οτι ένα κάποιο ποσοστό της ευτυχίας σου αποτελεί η πρόθεση να την βρεις.
Ότι όταν θες πολύ να είσαι ευτυχισμένος, θα είσαι.

Γι αυτό όποιος κι αν είσαι εσύ που είχες την ατυχία να διαβάζεις αυτές τις αράδες αυτού του μπλογκ με το γκρίζο μπακγκράουντ, σήκω πάνω.
Βγες έξω, κοίτα κατάματα τον ήλιο, άσε τον να ζεστάνει το κεφάλι σου. Πιες έναν όμορφο καφέ και χαμογέλα σε αυτόν που θα σου τον ετοιμάσει. Κάνε μια βόλτα στην πιο όμορφη γωνίτσα της πόλης/χωριού/γαλαξία σου. Φάε ένα πιτόγυρο. Διάβασε για εκείνο το μάθημα που όλο το αποφεύγεις, διάβασε για την μελλοντική σου δουλειά, διάβασε ποίηση και μυθιστορήματα και ιστορία. Πες ένα σ'αγαπώ, ένα μου λείπεις, μία συγγνώμη εκεί που φοβάσαι. Πες ένα αγαμήσου εκεί που το χρωστάς. Γέλα μέχρι να πονέσουν τα μάγουλα σου, μέχρι να νιώσεις ότι έχεις κοιλιακούς ( ε ψιτ φίλος, αν έχω εγώ, τότε σίγουρα έχεις κι εσύ). Χόρεψε, τράβα φωτογραφίες, φόρα ένα κόκκινο κραγιόν. Δείξε την πόρτα σε τοξικούς ανθρώπους που δεν άξιζαν να την διαβούν. Και αν είσαι έτοιμος, κράτα την ανοιχτή να μπουν κάποιοι που θα φωτίσουν το δωμάτιο. Τρέξε. Γράψε. Βάψε τα μαλλιά σου στο χρώμα που μισουσε  ότι χρώμα γουστάρεις. Βάλε ένα τραγούδι τέρμα και κωλοχτυπήσου μέχρι να μην μπορείς να πάρεις ανάσα. Βάλε ένα άλλο και κλάψε μέχρι να μην νιώθεις τα μάγουλα σου. Αγκάλιασε. Φίλα. Κλείσε ένα εισιτήριο για εκείνη την μακρινή πόλη που πάντα ήθελες να πας και μπες μέσα στο αεροπλάνο, όσο κι αν φοβάσαι. Και τσίριξε άμα φοβάσαι, και μια φίλη μου έτσι κάνει, δεν την ξέρεις, είναι απο το χωριό. Πες ένα ευχαριστώ στους φίλους σου που σε αντέχουν,που ακόμη κι όταν γίνεσαι το πιο νευρασθενικό σπαστικό κωλόπαιδο που έχουν γνωρίσει, δεν φεύγουν (γκουχ γκουχ).
Και το βράδυ, θα ακουμπήσεις το κεφάλι σου στο μαξιλάρι και θα κοιμηθείς πιο ήσυχα από ποτέ. Γιατί θα ξέρεις ότι σήμερα πάλεψες για την ευτυχία σου.

Και μεγαλύτερη ευτυχία από αυτή δεν υπάρχει.

Ανάσα.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

More Soon



Εδώ και κάποια χρόνια έχω ένα μπλογκ. Το μπλόγκ μου είναι πιο αραχνιασμένο και το μικρό μπάνιο του σπιτιού που εδώ και χρόνια η μητέρα μου το έχει κάνει αποθήκη.
Θα έλεγα ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που το άφησα. Δεν είναι το πρώτο πράγμα που αφήνω στη μέση άλλωστε. Αλλά η αλήθεια είναι ότι πάντα είχα μια φοβία στο να γράφω για το τι νιώθω, τι μου συμβαίνει, πώς είναι η ζωή μου.
Παρόλα αυτα επέστρεψα, γιατί στο πίσω μέρος του μυαλό μου έχω πάντα την σκέψη ότι ίσως ξεχάσω. Ίσως σε ένα χρόνο ή και σε δέκα, να έχω ξεχάσει. Πρόσωπα, τοπία, καταστάσεις. Και αν υπάρχει ένα πράγμα που θέλω να έχω στο μέλλον είναι οι αναμνήσεις. Όμορφες ή άσχημες, χαρούμενες ή θλιβερές. Θέλω να θυμάμαι.
Γι αυτό αποφάσισα όσο δύσκολο κι αν είναι για μένα να ανοίγω μια λευκή οθόνη και να γράφω όσα υπάρχουν στο χαώδες και περίεργο κεφάλι μου, θα επιστρέφω σε αυτό το μπλογκ να αποτυπώνωνω όσα πιο πολλά μπορώ και να του αραδιάζω στιγμές και σκέψεις.

More soon. Very soon.